Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

απάσκα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: απάσκα Προφορά: απάσκα
  1. από το Πάσχα, κατάλυση νηστείας Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
  2. η μη νηστήσιμη ημέρα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια