Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γιουρτούκος (ο) [Ουσιαστικό, Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: γιουρτούκος Προφορά: γιουρτούκος
  1. ξεσκισμένος, χαλασμένος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη yirtik

    Ιδίωμα:
    Οινόης

    Παρωνύμιο

Παρατηρήσεις - Σχόλια