Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
πασαλούκ (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: πασ̌αλούκ’
Προφορά: πασαλούκ
το αξίωμα του πασά, να ζει κανείς σαν πασάς.
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Προέλευση:
τουρκική
Παράδειγμα:
Σ’ εμέν’ αοίκα ’κί διαβαίν’νε ντ’ εφτάει τα πασαλούκι͜α.
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια