Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γιούρτ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: γιούρτ' Προφορά: γιούρτ
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    1) ιδιοκτησία γαιών
    2) επικλινής πλευρά βουνού κατάλληλη σαν βοσκότοπος

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη yurt

    Ιδίωμα:
    Τραπεζούντας

Παρατηρήσεις - Σχόλια