Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

βρουλίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: βρουλίζω Προφορά: βρουλίζω
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) καίγομαι με φλόγα
    2) Καίομαι και βρουλίζω. (έχω μεγάλη λύπη, πόνο)
    3) Εβρούλτσεν ατον η καρδία μ'. (λυπούμαι, πονώ)

Παρατηρήσεις - Σχόλια