βρέχωΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
1) Ασόν άεν τον πουρνόν κιάν' βρέχͮ'.
2) Πέραν βρέχͮ'. (δεν καταλαβαίνει, είναι ανόητος)
3) Ο θεός να βρέχͮ' κι εσύ να σερεύ'ς. (εννοείται αγαθά)
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Γενικά Σχόλια
Ενεστώτας: βρέχω
Παρατατικός: έβρεχα
Μέλλοντας: θα βρέχω
Αόριστος: έβρεξα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.