Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

βρήμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: βρήμαν Προφορά: βρήμαν
  1. πλούτος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Είχͮεν πολλά βίον και βρήμαν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια