Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

βρούλα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: βρούλα Προφορά: βρούλα
  1. σβούρα, φλόγα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Επαίραν βρούλαν τα ξύλα. (φλόγα, Ιδίωμα: Τραπεζούντας)
    2) Βρούλαν πιάν’ σο κιφάλ’ν ατ’. (έχει μεγάλη λύπη, πόνο, θυμό)

    Προέλευση:
    αγνώστου ετύμου

    Ιδίωμα:
    Οινόης

  2. φλόγα, φωτιά Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια