Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

νέγαμος (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: νέγαμος Προφορά: νέγαμος
  1. γαμπρός η νιόνυμφη μετά το αποκαμάρωμαν Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα: Κοτυώρων, Αργυρούπολης

    Παράδειγμα:
    Σην νεγάμ’σσαν τραμ και τρουμ και ση νεγάμ’ χαπάρ’ ’κ’ έχ’νε.

    Θηλυκό:
    νεγάμ'σσα

  2. νεόνυμφος, νιόπαντρος Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Επίθετο τριγενή - δικατάληκτο:
    ο νέγαμος η νεράμσα, τό νέγαμον

  3. νεόνυμφος Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  4. νεόγαμος, νιόπαντρος Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    1. Προέλευση:
    από το αττικό νεάζω, Νε(ο)γαμος όπου το ο συγκόπτεται.

    2. Σχόλια:
    επίθετο τριγενή - τρικατάληκτο:
    ο νέγαμος, η νεγάμσα, το νέγαμον

    3. Αναφορά:
    Ο δ΄ ετύγχανε νεόγαμος ών και υπερφιλών την γυναίκα... (Ξενοφώντος Κύρου Παιδεία 1. 3. 36)

Παρατηρήσεις - Σχόλια