Ερμηνεία: δώρα που έστελνε ο γαμπρός στη νύφη: νεγαμοψώμ’, σ̌ινία, καμαρωτέρ', ζουπούνα, λαχώρ’, γεμενία
Ιδίωμα: Τορούλ
Πληθυντικός: νεγαμικά
Σχόλιο: Εύχρηστο κυρίως στον πληθυντικό, όπως δίνεται το λήμμα.