ροδαφινότσιρα (τα) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: ροδαφινότσιρα
Προφορά: ροδαφινότσιρα
-
Τα ροδάφινα, ή ούβα ή χουρμά. Όταν ωρίμαζαν καλά, την ξέραιναν και τη χρησιμοποιούσαν το χειμώνα στο κομπόστο.
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)