Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ρέω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: ρέω Προφορά: ρέω
  1. τρέχω ρέω (επί υγρών) Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Άνω Αμισού, Οινόης

    Παράδειγμα:
    Του προβατίου τα βυζία ρέϊνανε γάλα.

  2. ρέω, εκκρίνω, καταρρέω, πέφτω, χωνεύω, αδυνατίζω λιώνω (για υφάσματα), γίνομαι ισχνός, αδύνατος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια