Προέλευση: τουρκική
Παράδειγμα: Νουνίζ ντο να εφτάει και γλιτών’ ας ατό το ρεζιλίκ’.
Ενικός: ρεζιλίκιν / ρεζιλίκ' Πληθυντικός: ρεζιλίκια