Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

άδολος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: άδολος Προφορά: άδολος
  1. ανόθευτος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    χωρίς δόλο, χωρίς κακό σκοπό

    Προέλευση:
    από το αρχαίο επίθετο άδολος

    Ιδίωμα:
    Κοτυώρων

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Ο μαύρον ο παιδάς άδολος ’κ’ έξερεν, τα σκοπούς τη γαρής.
    2) Άδολον μαστίκα (ανόθευτος, πού δεν έχει μέσα πίσσα) (Σαντάς)
    3) Θέλει ασήμιν άδολον, χρυσάφιν ακαμάτιν. (ανόθευτος, πού δεν έχει μέσα πίσσα)

Παρατηρήσεις - Σχόλια