Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες: 1)Το κρεβάτ’ αδι͜όρθωτον έν’. 2) Τ’ οσπίτ’ αδι͜όρθωτον έν’. (έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή επισκευής) 3) Εγέρασεν άμα αδι͜όρθωτος έν’. (δεν συνετίζεται ή αποβάλλει τα ελαττώματά του)
Αρσενικό: Ενικός: αδι͜όρθωτος Πληθυντικός: αδι͜όρθωτοι / αδι͜όρθωτ'
Θηλυκό: Ενικός: αδι͜όρθωτος πληθυντικός: αδι͜όρθωτοι / αδι͜όρθωτ'
Ουδέτερο: Ενικός: αδι͜όρθωτον Πληθυντικός: αδι͜όρθωτα
Επίρρημα: αδι͜όρθωτα
Σχόλιο: Εύχρηστο σε ορισμένους τύπους, αναλογικός σχηματισμός.