Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αδιόρθωτος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: αδι͜όρθωτος Προφορά: αδιόρθωτος
  1. ατακτοποίητος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1)Το κρεβάτ’ αδι͜όρθωτον έν’.
    2) Τ’ οσπίτ’ αδι͜όρθωτον έν’. (έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή επισκευής)
    3) Εγέρασεν άμα αδι͜όρθωτος έν’. (δεν συνετίζεται ή αποβάλλει τα ελαττώματά του)

Παρατηρήσεις - Σχόλια