Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

άδικος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: άδικος Προφορά: άδικος
  1. άδικος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Ο Θεός να κρίν’ τον άδικον.
    2) Άδικα των αδίκων. (χωρίς το παραμικρό φταίξιμο)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ἄδικος

Παρατηρήσεις - Σχόλια