Ερμηνεία: αυτός που δεν έχει διάθεση, ελαφρά άρρωστος
Αρσενικό: Ενικός: αδά̤θετος Πληθυντικός: αδά̤θετοι
Θηλυκό: Ενικός: αδά̤θετος Πληθυντικός: αδά̤θετος
Ουδέτερο: Ενικός: αδά̤θετον Πληθυντικός: αδά̤θετος
Σχόλιο: Εύχρηστο σε ορισμένους τύπους, αναλογικός σχηματισμός.