Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

αδιάβαστος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: αδά̤βαστος Προφορά: αδεάβαστος
  1. αμελέτητος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    που δεν διάβασε

    Παράδειγμα:
    Σο σχολείον αδά̤βαστος ατώρα πώς θα πάγω;

Παρατηρήσεις - Σχόλια