Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

αδέβαστος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: αδέβαστος Προφορά: αδέβαστος
  1. αμελέτητος που δεν διάβασε Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Χαλδίας

  2. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Παραδείγματα - Ερμηνείες:
    1) Αούτο το ποτάμ' πολλά νερόν έχͮ', κ' επορώ να διαβαίν'ατο. (ο μη διαβατός)
    2) Οσήμερον αδέβαστος επήα σο σκολείον. (αυτός που δεν πήγε στο σχολείο)
    3) Άμον το σ̌κυλίν σ' αμπέλ, αδέβαστος επήεν. (αυτός που δεν του διαβάσανε ευχή)

Παρατηρήσεις - Σχόλια