αδελφοσύνα (η) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: 1. αδελφοσύνα̤ , 2. αδελφοσύνια
Προφορά: αδελφοσύνεα
-
αδελφοσύνη
αδελφική αγάπη
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
ομόνοια, σύμπνοια
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης