Παράδειγμα: Τη βασιλέα τ’ αδελφοκόρ'τσ̌ α̤ εκουσκανεύκουσαν τη βασίλισσαν.
Ενικός: αδελφοκόρ'τσ' / αδελφοκόρ'τσιν Πληθυντικός: αδελφοκόρ'τσα̤