Προέλευση:
τουρκική, από την τουρκική λέξη yosma
Παραδείγματα:
1) Ατωρισνοί οι νυφάδες αγαπούνε τοι γιοσμάδες.
2) Τσ̌οπάνε μ’ ντό γιοσμάς είσαι να σάν που έει σε άντραν.
Επιπλέον Ερμηνεία:
νεαρός ντυμένος κομψά
Προέλευση:
τουρκική, από την τουρκική λέξη yosma