Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη yosmalik
Παράδειγμα: Το γιοσμαλούχι σ’ που ελέπ’ θαρρεί εσύ κάτ’ είσαι.
Ενικός: γιοσμαλούχιν / γιοσμαλούχ' Πληθυντικός: γιοσμαλούχια / γιοσμαλούχα / γιοσμαλούγα