Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ραχιοκόρφ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. ραχͮοκόρφ' , 2. ραχͮοκόρφ' Προφορά: ρασιοκόρφ
  1. κορφή βουνού Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Σταυρί.

    Παράδειγμα:
    Θα παρζαρεύκεσαι σα ψηλά ραχͮιοκόρφα̤.

Παρατηρήσεις - Σχόλια