Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες: 1) Θα φουρκίουμαι σο ραχͮίν κι αραευτήν πα ’κ’ έχω. (βουνό) 2) Εστοίβαξεν ραχͮίν το χͮόν’. (υψηλό πολύ)
πληθ. ρασχία
Ενικός: ραχͮίν Πληθυντικός: ραχͮία , ράχͮια