Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

αγύριστος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: αγύριστος Προφορά: αγύριστος
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    απ’ όπου δεν θα γυρίσει, αυτός ο οποίος δεν θα γυρίσει

    Παράδειγμα:
    Σον άκλωστον και σον αγύριστον (να πας)!

Παρατηρήσεις - Σχόλια