αγρόμηλον (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: αγρόμηλον
Προφορά: αγρόμηλον
-
μηλιά του δάσους με καρπό ξινό, πικρό
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
άγριο μήλο
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης