Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

νεβάζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: νεβάζω Προφορά: νεβάζω
  1. ανεβάζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Άνω Αμισού

    Παράδειγμα:
    Νέβασάν εμε σο σκαμνί απάν’ για να με κρεμάσουνε.

Παρατηρήσεις - Σχόλια