αγροκοκκύμελον (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: αγροκοκκύμελον
Προφορά: αγροκοκκύμελον
-
τσαμπουρνιά
1) άγρια, ξινή κορομηλιά
2) είδος θάμνου
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
άγριο κορόμηλο
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης