Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ραγοποτισμένος (ο) [Μετοχή]

Γραφή στην Ποντιακή: ραγοποτισμένος Προφορά: ραγοποτισμένος
  1. πιωμένος ρακί Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Χρήση:
    ποιητική

    Παράδειγμα:
    Κι εποίκες με κρασόποτον και ραγοποτισμένον.

Παρατηρήσεις - Σχόλια