Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

πύρα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πύρα Προφορά: πύρα
  1. κάψα, λαύρα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Ματσούκας.

    Παράδειγμα:
    Σου ηλ’ την πύραν απέσ’ εκοβάλεσεν τα στάχͮια.

  2. φωτιά, φλόγωση, ζέστη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    απο το αρχαίο ελληνικό ουσιαστικό πυρά

Παρατηρήσεις - Σχόλια