Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

προσταγή (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: προσταγή Προφορά: προσταγή
  1. προσταγή Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Κοτυώρων

    Παράδειγμα:
    Δέβα σο καλόν με τη Θεού την προσταγήν.

  2. διαταγή, προσταγή Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    απο το αρχαίο ελληνικό ουσιαστικό προσταγή

Παρατηρήσεις - Σχόλια