Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

προσκυνητής (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: προσ̌κυνητής Προφορά: προσκυνητής
  1. προσκυνητής επισκέπτης των Αγίων Τόπων θρησκευτικού πανηγυριού Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Χͮίλ’ άρχοντοι χͮίλοι προσ̌κυνητάδες.

Παρατηρήσεις - Σχόλια