προσκάρδα (τα) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: προσκάρδα̤
Προφορά: προσκάρδεα
-
στήθος
τα γύρω της καρδίας
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
τα στήθη της γυναίκας
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης