Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

νασίρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: να̤σίρ' Προφορά: νεασίρ
  1. κάλος, ρόζος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παράδειγμα:
    Έδεσαν να̤σίρ’ τα χͮέρα̤ μ’.

    Ομόρριζο - Παράγωγο:
    να̤σιρλα̤εύω (φέρω κάλους, ρόζους)

    Υποκοριστικό:
    να̤σιρόπον

Παρατηρήσεις - Σχόλια