Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ναρκιλέ (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ναρκιλέ Προφορά: ναρκιλέ
  1. ναργιλές Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Χρήση από:
    Π. Υψηλάντη

    Παραδειγμα:
    Οντάν έμπαινεν σην καβέν, (με την έννοια καφενείο) εσουμαρλάευεν έναν καβέν κι έναν ναρκιλέν

Παρατηρήσεις - Σχόλια