Αρσενικό: Ενικός: βούτος Πληθυντικός: βουτείνοι / βουτείν'
Θηλυκό: Ενικός: βούτε Πληθυντικός: βουτείνοι / βουτείν'
Ουδέτερο: Ενικός: βούτον Πληθυντικός: βούτα
Σχόλιο: λόγω παλαιότερης συνήθειας να διαβάζεται το [υ] ως [ου] σε κάποιες προγενέστερες ελληνικές γλωσσικές ποικιλίες, η αντωνυμία "αυτός" σχηματίζεται στην ποντιακή ως "αούτος" (πβ. versions λήμματος).