Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

οστρέα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: οστρέα Προφορά: οστρέα
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    οστρυά (γαύρος)

    Ιδίωμα:
    Σαντάς

    Παράδειγμα:
    Ασήν οστρέαν γίνταν' τα γιανισ̌λία (βαστερά) στελία.

  2. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία:
    είδος οξυάς

  3. είδος δέντρου του δάσους Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαιοελληνικό οστρυίς

Παρατηρήσεις - Σχόλια