Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

ιχταρλούκ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ιχτα̤ρλούκ' Προφορά: ιχτεαρλούκ
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    σύσκεψη των γερόντων, των δημογερόντων

    Προέλευση:
    από το ιχτιάρ = γέρος

    Ιδίωμα:
    Όφεως

    Παράδειγμα:
    Σ’ ένα μήνα έρθεν ο αγάς, εποίκεν ιχτα̤ρλούκ’.

Παρατηρήσεις - Σχόλια