Προέλευση: τουρκική
Παράδειγμα: Ιψού͜ης και σαλαχανάς έν’.
Ομόρριζο - Παράγωγο: ιψουζλούχ (ασέλγεια)
Αρσενικό: Ενικός: ιψού͜ης Πληθυντικός: ιψούζοι / ιψούζ'
Θηλυκό: Ενικός: ιψούζαινα Πληθυντικός: ιψούζοι / ιψούζ'
Ουδέτερο: Ενικός: ιψούζικον / ιψούζ'κον Πληθυντικός: ιψούζικα / ιψούζ'κα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.