Προέλευση: τουρκική
Χρήση από: Π. Μελανοφρύδη
Ιδίωμα: Σαντάς
Παθητική φωνή: ισιζλενεύκουμαι
Ερμηνεία: κάνω ησυχία
Ενεστώτας: ισιζλαεύω Παρατατικός: ισιζλάευα Μέλλοντας: θα ισιζλαεύω Αόριστος: ισιζλάεψα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.