Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ισιζλαεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: ισιζλαεύω Προφορά: ισιζλαεύω
  1. ερημώνω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Χρήση από:
    Π. Μελανοφρύδη

    Ιδίωμα:
    Σαντάς

    Παθητική φωνή: ισιζλενεύκουμαι

  2. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία:
    κάνω ησυχία

Παρατηρήσεις - Σχόλια