αναπαυτικός (ο) [Επίθετο]
Γραφή στην Ποντιακή: αναπαυτικός
Προφορά: αναπαυτικός
-
αναπαυτικός, αναπαυμένος
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
αμέριμνος, ξεκούραστος
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης