Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ανάλογον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ανάλογον Προφορά: ανάλογον
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνείες:
    το μερίδιον του καθενός από διανομή ή εισφορά, το ανάλογο μερίδιο από κληρονομιά

    Παράδειγμα:
    Επέρεν τ' ανάλογον ατ' και ησύχασεν. (Το ανάλογο μερίδιο από κληρονομιά)

Παρατηρήσεις - Σχόλια