Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κατσίν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κατσίν Προφορά: κατσίν
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνείες:
    1) μέτωπο ανθρώπου
    2) πέτρας, το ίσιο ομαλό μέρος που τίθεται σον πρόσωπον, μπροστά, (που φαίνεται στον τοίχο)

    Προέλευση:
    από το ουσιαστικό κάψα, καψίν

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Εγερλάεψεν το κατσίν ατ’. (μέτωπο ανθρώπου)
    2) Κανείς το κατσίν ατ’ ’κ’ ελέπ. (κανείς δεν τον βλέπει, δεν τον ανταμώνει)
    3) Οι σ̌κύλ’ έλειξαν το κατσίν ατ’. (είναι αδιάντροπος)
    4) ’Κ’ έχω κατσίν να ελέπ’ ατον. (δεν τολμώ)
    5) Το κατσίν ατ’ τσ̌αρούσ̌ έν’. (είναι αδιάντροπος)
    6) Το κατσίν ατ’ άσπρον έν’. (είναι τίμιος, αθώος)
    7) Εστύπωσεν το κατσίν ατ’. (κατσούφιασε, Ιδίωμα: Χαλδίας)
    8) Ελείβωσεν το κατσίν ατ’. (θύμωσε, Ιδίωμα: Χαλδίας)
    9) Εκάτσ̌ωσεν το κατσίν ατ’. (δυσαρεστήθηκε, Ιδίωμα: Χαλδίας)
    10) Εγέλασεν το κατσίν ατ’. (χάρηκε, Ιδίωμα: Χαλδίας)
    11) Τσ̌ιαπνίτσας κατσίν. (γυναίκα αιμοβόρος, Ιδίωμα: Χαλδίας)
    12) Εμαύρυνεν το κατσίν ατ’. (ντροπιάστηκε, Ιδίωμα: Χαλδίας)
    13) Ικράχ εποίκα ας σο κατσίν ατ’ς. (βαρέθηκα, Ιδίωμα: Χαλδίας)

  2. μέτωπο Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. μέτωπο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το κατσίον

    Μέση Φωνή:
    κατσίον

Παρατηρήσεις - Σχόλια