Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

εφκιάρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: εφκιάρ' Προφορά: εφκιάρ
  1. πάθος, λύπη, μελαγχολία Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τούρκικη

    Ιδίωμα:
    Σαντάς

    Παράδειγμα:
    1) Πίνω σε ασ' εφκιαρόπο μ' κι ασήν τυριαννισίαν.
    2) Μάνα 'κι παίρω τιλκιά, κρούει τ' αξινάρ' με τ' εφκιάρ'.

    Υποκοριστικό:
    εφκιαρόπον

    Ομόρριζα - Παράγωγα:
    εφκιαρλα̤νεύκουμαι = συγκινούμαι, μελαγχολώ
    εφκιαρλής, -ήσα, -ίν

  2. στεναχώρια, πάθος Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια