Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ισάρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ισάρ' Προφορά: ισάρ
  1. περίβολος περίφραξη με τοίχο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Ιδίωμα:
    Σαντάς

    Παράδειγμα:
    Εκκλησία μουν είχͮέν ψηλόν ισάρ’.

  2. αυλόγυρος, περίφραξη Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια