Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

ινκιάρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ινκιάρ' Προφορά: ινκιάρ
  1. άρνηση Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παραδείγματα:
    1) Εποίκεν ινκιάρ’ ντο επαίρεν ασά χͮέρ’ α̤τ’ παράδας.
    2) Εποίκεν τιπ ινκιάρ' ντο έκλεψεν (παντελής άρνηση).

Παρατηρήσεις - Σχόλια