Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αμάνωτος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. αμάνωτος , 2. αμάννωτος Προφορά: αμάνωτος
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Ερμηνείες:
    1) Αμάνωτος κι ακύρωτος. (χωρίς μάνα και πατέρα)
    2) Αμάνωτον σ̌κεύος 'κ' εφέκεν. (εκείνος που δεν έχει μανωθεί)

    Προέλευση:
    1) από το στερητικό α και το μάνα
    2) από την λέξη μανέα

  2. 1) ο ορφανός από μητέρα (αμάννωτος) 2) αυτός που δεν μουντζουρώθηκε από την κάπνα (αμάνωτος) Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια