Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αλλάζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: αλλάζω Προφορά: αλλάζω
  1. αλλάσσω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Αλλάζω το στόμα μ'.

  2. μεταβάλλω 1) γίνομαι άλλος 2) αλλάζω ρούχα Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια