Παράδειγμα: Δυνατός άμα γιλγούντς έτον.
Αρσενικό: Ενικός: γιλγούνης / γιλγουν'ς / γιλγουντς Πληθυντικός: γιλγουν'
Θηλυκό: Ενικός: γιλγούναινα Πληθυντικός: γιλγουν'
Ουδέτερο: Ενικός: γιλγούν'κον Πληθυντικός: γιλγουν'κα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.